"Ό,τι αληθινό αξιωθήκαμε να μας ακουμπήσει με τη χάρη του και γνήσια μας
συγκίνησε κάποτε μας συγκινεί για πάντα. Έρωτες αληθινοί, χάρτινοι
ήρωες αληθινοί, μελωδίες και φωνές αληθινές που πέρασαν από το αυτί μας,
φωτογραφίες, εικόνες πραγματικότητας και εικόνες από κινηματογραφικές
ταινίες πιο αληθινές από την πραγματικότητα, στίχοι, φίλοι χαμένοι,
αγαπημένοι νεκροί, όλα θα περνούν πάντα από κοντά μας και δε θα περνούν.
Θα αποθηκεύονται, ακόμη και εν αγνοία μας, εντός μας, σ' ένα προσωπικό
υπόγειο μυστηρίων και θαυμάτων.
Είναι σοφία να φτιάχνει και να συντηρεί κανείς τέτοια υπόγεια. Αν και
από μόνα τους έχουν τόση δύναμη που, θες δε θες, τα θυμάσαι δεν τα
θυμάσαι, τα συνειδητοποιείς ή όχι, τέτοια υπόγεια συντηρούνται. Γιατί
είναι η σκιά μας. Κι αν λέγεται πως μια μουσική από τις παύσεις και τις
σιωπές της ακούγεται, έτσι και μια ζωγραφιά, η ζωγραφιά του επίγειου
ταξιδιού μας, από τις σκιές της φωτίζεται..."
~ Μάρω Βαμβουνάκη
Τρίτη 20 Μαΐου 2014
Εγώ – υπάρχω. Εσύ – θα υπάρξεις. Ανάμεσα μας – έρεβος.
Εγώ πίνω. Εσύ διψάς. Να συνεννοηθούμε – δύσκολα.
Δέκα χρόνια, εκατό χιλιετίες
Μας χωρίζουν. – Γέφυρες ο Θεός δε φτιάχνει.
Να υπάρξεις! – είναι το κήρυγμα μου. Άφησε μόνο –
Δίπλα να περάσω, δίχως με την ανάσα μου το ύψος να χαλάσω.
Εγώ – υπάρχω. Εσύ θα υπάρξεις. Μετά από δέκα άνοιξες
Θα πεις: - υπάρχω! – κι εγώ θα πω : - κάποτε …
Μαρίνα Τσβετάγιεβα
Εγώ πίνω. Εσύ διψάς. Να συνεννοηθούμε – δύσκολα.
Δέκα χρόνια, εκατό χιλιετίες
Μας χωρίζουν. – Γέφυρες ο Θεός δε φτιάχνει.
Να υπάρξεις! – είναι το κήρυγμα μου. Άφησε μόνο –
Δίπλα να περάσω, δίχως με την ανάσα μου το ύψος να χαλάσω.
Εγώ – υπάρχω. Εσύ θα υπάρξεις. Μετά από δέκα άνοιξες
Θα πεις: - υπάρχω! – κι εγώ θα πω : - κάποτε …
Μαρίνα Τσβετάγιεβα
Αρπαχτηκα με λαχτάρα από το χέρι σου·
πασαλειμμένο ήταν με πολύχρωμες μπογιές, θαρρείς ζωγράφιζε ακόμα.
Έκαιγε. Άγγιξα το χέρι σου, πήρα φόρα και δύναμη, μπόρεσα να μιλήσω: —
Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ' μου μια
προσταγή. Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου· δεν ήταν
χέρι, ήταν πολόχρωμη φωτιά. Ως τις ρίζες του μυαλού μου περεχύθηκε η
φλόγα. — Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου... Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή,
σαν να 'βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης. Έφτασε ως τις ρίζες του
μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε. — Παππού, φώναξα
τώρα πια δυνατά, δώσ' μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή. Κι
όλομεμιας, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα,
αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες
θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή
όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε: — Φτάσε όπου δεν μπορείς!
Πετάχτηκα τρομαγμένος από τον ύπνο· είχε πια ξημερώσει. Σηκώθηκα, ζύγωσα
στο παράθυρο, βγήκα στο μπαλκόνι με την καρπισμένη κληματαριά. Η βροχή
είχε τώρα κοπάσει, έλαμπαν οι πέτρες, γελούσαν. Τα φύλλα των δέντρων
ήταν φορτισμένα δάκρυα. — Φτάσε όπου δεν μπορείς! Aναφορά στο Γκρέκο
Ν. ΚΑΖΑΝΖΑΚΗΣ
Ν. ΚΑΖΑΝΖΑΚΗΣ
Σάββατο 9 Ιουλίου 2011
απουσία
Το κλίμα της απουσίας....
Όλα τα σύννεφα εξομολογήθηκαν
Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε
Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε
Το αμετανόητο χέρι
Δέθηκα σ' έναν κόμπο λύπης.
Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως θύμηση
Με το δέντρο της αμίλητο
Προς τη θάλασσα
Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως φτερούγισμα
Με την όψη της ακίνητη
Προς τη θάλασσα
Βραδιάζοντας
Δίχως έρωτα
Με το στόμα της ανένδοτο
Προς τη θάλασσα
Κι εγώ -- μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα.
Απόγευμα
Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση
Κι η στοργή τών ανέμων του
Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του
Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε
Να μη φεύγει
Όλα τα μέτωπα γυμνά
Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.
ΟΔ.ΕΛΥΤΗΣ
Τρίτη 31 Αυγούστου 2010
"...Είμαι μυστικός. Γιατί η αλήθεια δεν κατοικεί στο προφανές, όπως ο πλούτος των ωκεανών δεν είναι στην επιφάνεια. Είμαι μυστικός γιατί έχω πτυχώσεις, ρυτίδες και ασυνέχειες. Είμαι μυστικός γιατί σιωπώ όταν πρέπει να μιλήσω και μιλώ όταν πρέπει να σιωπώ. Είμαι μυστικός γιατί είμαι ερωτευμένος με την αλήθεια..."
Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Γυμνὸ σῶμα
Ι.
Εἶπε:
ψηφίζω τὸ γαλάζιο.
Ἐγὼ τὸ κόκκινο.
Κι ἐγώ.
Τὸ σῶμα σου ὡραῖο
Τὸ σῶμα σου ἀπέραντο.
Χάθηκα στὸ ἀπέραντο.
Διαστολὴ τῆς νύχτας.
Διαστολὴ τοῦ σώματος.
Συστολὴ τῆς ψυχῆς.
Ὅσο ἀπομακρύνεσαι
Σὲ πλησιάζω.
Ἕνα ἄστρο
ἔκαψε τὸ σπίτι μου.
Οἱ νύχτες μὲ στενεύουν
στὴν ἀπουσία σου.
Σὲ ἀναπνέω.
Ἡ γλῶσσα μου στὸ στόμα σου
ἡ γλῶσσα σου στὸ στόμα μου-
σκοτεινὸ δάσος.
Οἱ ξυλοκόποι χάθηκαν
καὶ τὰ πουλιά.
Ὅπου βρίσκεσαι
ὑπάρχω.
Τὰ χείλη μου
περιτρέχουν τ᾿ ἀφτί σου.
Τόσο μικρὸ καὶ τρυφερὸ
πῶς χωράει
ὅλη τὴ μουσική;
Ἡδονή-
πέρα ἀπ᾿ τὴ γέννηση,
πέρα ἀπ᾿ τὸ θάνατο.
Τελικὸ κι αἰώνιο
παρόν.
Ἀγγίζω τὰ δάχτυλα
τῶν ποδιῶν σου.
Τί ἀναρίθμητος ὀ κόσμος.
Μέσα σε λίγες νύχτες
πῶς πλάθεται καὶ καταρρέει
ὅλος ὁ κόσμος;
Ἡ γλῶσσα ἐγγίζει
βαθύτερα ἀπ᾿ τὰ δάχτυλα.
Ἑνώνεται.
Τώρα
μὲ τὴ δική σου ἀναπνοὴ
ρυθμίζεται τὸ βῆμα μου
κι ὁ σφυγμός μου.
Δυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
Ἕνας αἰῶνας
κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.
Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
ἀφοῦ λείπεις;
Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
εἶμαι.
Εἶμαι γιὰ σένα.
Γιάννης Ρίτσος
Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009
Θαμώνας ενός ουρανού ελαφρού όπου όλα
τα πράγματα βαραίνουν δυό φορές το βάρος τους
ενώ τεντώνεται από τ' άστρα ο λώρος
να κοπεί και χάνεσαι...
Κοιμήθηκα όπως μόνον μπορεί να κοιμηθεί κανείς
πάνω σ' ένα κρεβάτι που το ζέσταναν οι ράχες άλλων
βάδιζα λέει σε παραλία ερημική
όπου η σελήνη αιμορραγούσε και δεν άκουγες παρά
του άνεμου τα πατήματα πάνω στα σάπια ξύλα.
Ως το γόνατο μες στα νερά πήρα να φέγγω
από μέσα μου μεράκι αλλόκοτο
άνοιξα τα πόδια
σιγά σιγά τα σπλάχνα μου άρχισαν
μωβ κυανά πορτοκαλιά να πέφτουν
με στοργή σκύβοντας τα 'πλενα ένα ένα
προσεχτικά προπάντων στα σημεία που έβλεπα
να 'χουν αφήσει ουλές οι δαγκωνιές του Αόρατου.
Ώσπου τα μάζεψα όλα στην ποδιά μου
δίχως να βηματίσω προχωρούσα
φυσούσε η μουσική και μ' έσπρωχνε
κομμάτια θάλασσες εδώ - κομμάτια θάλασσες πιο πέρα.
Θε μου που πάει κανείς όταν δεν έχει μοίρα
που πάει κανείς όταν δεν έχει αστέρι
άδειος ο ουρανός άδειο το σώμα
και μόνο η πίκρα στρογγυλή γεμάτη
μες στη σελήνη τη μισή σαλεύοντας τ' αγκάθια της
ένας ακόμη που δε γίνεται ποτέ να πιάσεις
θηλυκός αχινός.
Επάνω κει ξύπνησα μες στο ξένο σπίτι•
πασπατεύοντας μέσα στα σκοτεινά το χέρι μου
πάνω στο ψαλιδάκι των νυχιών έβρισκε την αιχμή.
Λύση της συνεχείας του δέρματος
Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Στίχοι: Οδυσσέας Τσάκαλος
Μουσική: Οδυσσέας Τσάκαλος
Πρώτη εκτέλεση: Οδυσσέας Τσάκαλος
Δεν πειράζει, δεν πειράζει
αν δε θες να μου μιλάς
αν κρυφά μόνο κοιτάζεις
κι όλο μούτρα μου κρατάς.
Μη σε νοιάζει, μη σε νοιάζει
δε θα σπάσει το σχοινί
σαν παιχνίδι να μας μοιάζει
δίχως τέλος και αρχή
Γιατί τα μάτια σου εγώ έχω φιλήσει
στην αγκαλιά σου η καρδιά μου έχει σβήσει
κι οι δυο μας πήγαμε σε όνειρα μετάξι
μαζί σου αγάπη μου εγώ έχω πετάξει
Δεν πειράζει, δεν πειράζει
όταν φτάνω κι ειν' αργά
ούτε θέλω να τρομάζεις
όταν ζούμε χωριστά
Μη σε νοιάζει, μη σε νοιάζει
άμα λείπει το φιλί
σαν παιχνίδι να μας μοιάζει
πάμε πάλι απ την αρχή
Γιατί τα μάτια σου εγώ έχω φιλήσει
στην αγκαλιά σου η καρδιά μου έχει σβήσει
κι οι δυο μας πήγαμε σε όνειρα μετάξι
μαζί σου αγάπη μου εγώ έχω πετάξει.
Δεν αντέχω άλλο έλα,
έλα πάρε με αγκαλιά
να πεθάνουμε στα γέλια
να 'ναι πάλι όπως παλιά
Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009
Κάθε φεγγάρι ομολογεί
Κάθε φεγγάρι ομολογεί και μες στα δέντρα κρύβεται μην
και το καταλάβεις
έχεις αναστατώσει τόσο τους καιρούς που μήτε ο ίδιος ξέρεις
από πού το μήνυμα θα λάβεις.
Εσύ ‘σαι ο ένας απ’ αυτούς που του ‘δωσαν χαρτί μεγάλο
για να γράψει και δεν έστερξε την πέννα του να πιάσει
που του ‘ρθε η τύχη σαν λακκάκι μες στο μάγουλο και που
δεν είπε μπάρεμ να χαμογελάσει.
Εσύ ‘σαι αυτός που του ριξαν το δίχτυ μέσα στο λουτρό να
τον σκοτώσουν μα κρατάει μες στο βασίλειο του ακόμη
που σπρώχνει την αγάπη απ’ το παράθυρο κι ύστερα κλαίγεται
και λέει ότι τον αδικούν οι νόμοι.
Κάθε φεγγάρι ομολογεί κι εσύ κάνεις πως τάχα δεν καταλαβαίνεις.
Ξέρεις ότι φορείς τον ήλιο – και ότι πριν εκείνο κατέβει εσύ ανεβαίνεις.
Δίνε δωρεάν το χρόνο
αν θες να σου μείνει λίγη αξιοπρέπεια.
ΟΔ.ΕΛΥΤΗΣ
Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009
Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

ΚΡΑΤΗΣΑαπό Αναστασία Βαφειάδου .
Κράτησα από σένα τη σιωπή
αυτή που διάλεγες συχνά για να μιλήσεις
κι ένα σου όρκο στην αλήθεια τη σκληρή αυτόν
που ξέχασες στο τέλος να κρατήσεις
Κράτησα από σένα τα σκοινιά
αυτά τα αόρατα που πάνω σου με δέσαν
μα απ’ τις στιγμές μας δεν κρατάω ούτε μια
γιατί κοντά σου οι στιγμές όλες πονέσαν
Κράτησα από σένα μια ματιά
την τελευταία που με κάρφωσε στο αντίο
κι ένα ζευγάρι κατακόκκινα φιλιά
που μείναν μόνα να πετρώνουνε στο κρύο
Τίποτ’ άλλο από σένα δεν κρατάω
σε χαρίζω στον αγέρα σε σκορπάω
μόνη μου θα περπατάω κι όλα εντάξει
κάπου θα’ ναι κι η ζωή που μου’ χες τάξει...
\
Παρασκευή 22 Μαΐου 2009
Κι εσύ να λείπεις...
Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις,
να 'ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις,
να 'ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα,
και συ να λείπεις,
οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι,
και συ να λείπεις,
Ενα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό,
πολλές σημαίες ν' ανεμίζουν στα μπαλκόνια,
και συ να λείπεις,
Κι ύστερα ένα κλειδί να στρίβει
η κάμαρα να 'ναι σκοτεινή,
δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο,
και συ να λείπεις,
Σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται,
και σένανε να σου λείπουν τα χέρια,
δυο κορμιά να παίρνονται,
και συ να κοιμάσαι κάτου απ' το χώμα,
και τα κουμπιά του σακακιού σου ν' αντέχουν πιότερο από σένα
κάτου απ' το χώμα,
κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου να μη λιώνει
Οταν η καρδιά σου,
που τόσο αγάπησε τον κόσμο,
θα 'χει λιώσει.
Να λείπεις- δεν είναι τίποτα να λείπεις.
Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,
θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλα εκείνα που γι' αυτά έχεις λείψει,
θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλο τον κόσμο...
Γιάννης Ρίτσος
Σάββατο 9 Μαΐου 2009

by Pablo Neruda
(Translated by W.S. Merwin)
Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις
Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.
Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μεσ' απ' τα πράγματα,
ποτισμένη απ' τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί.
Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενητειά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ' την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ' τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ' αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες τη δική σου σιωπή.
Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Απόμακρη και τόση δα και απ' τα αστέρια φτιαγμένη
είναι η δικιά σου σιωπή.
Μ' αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία.
Μακρινή κι απαρηγόρητη, σα να σε σκέπασε χώμα.
Μια λέξη μόνο αν πεις, ένα χαμόγελο - μου αρκεί
για να πανηγυρίσω που είσαι εδώ κοντά μου ακόμα.
(μετάφραση: Γ. Κεντρωτής)
Παρασκευή 8 Μαΐου 2009

Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω
τραγούδι άγνωστο κι αγέννητη σιωπή
Πίσω απ'τα μάτια πίσω απ' της ζωής το βέλο
κρύβεσαι σαν βροχή που στέγνωσε το ξέρω
νεροποντή που περιμένω μια ζωή
Γιατί δεν έρχεσαι
Μια καταιγίδα θέλω να 'ρθει να ουρλιάξει
όσα δεν είπαμε από φόβο ή ντροπή
στα σωθικά μας και στα μάτια μας να ψάξει
κάθε μας λέξη μυστική να την πετάξει
μέχρι τον ήλιο ν' ανεβεί και να τον κάψει
Γιατί δεν έρχεσαι
Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ
Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω
Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν νυχτώνει
όταν κρατιέμαι σαν χερούλι απ' το ποτό
απ' το ποτό της φαντασίας μου που με λιώνει
κάθε γουλιά του καίει σαν πάγος και σα χιόνι
κι ανατινάζει του μυαλού μου το βυθό
Γιατί δεν έρχεσαι
Μια καταιγίδα θέλω να 'ρθει να μας πνίξει
σ' ένα τραγούδι που δεν έγραψε κανείς
Ο,τι δεν γίναμε ποτέ να μην το δείξει
Να 'ναι γιορτή, την αγκαλιά της να ανοίξει
στην ανημπόρια της χαμένης μας ζωής
Γιατί δεν έρχεσαι
Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ
Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω
Απ' της ψυχής μου το ιερό
ως της ζωής μου το μπουρδέλο
χτίσε μια γέφυρα να πάω και να 'ρθω
Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ ποτέ όταν σε θέλω
κλείσε τα μάτια μου και έλα να σε δω
λόγια και μουσική:Αλκίνοος Ιωαννίδης
Σάββατο 2 Μαΐου 2009
Τι θέλει τούτη η Άνοιξη…
Σαλεύουν
αόρατα, πανάλαφρα
των δέντρων τα κλαδιά.
Τι θέλει η μυρωδιά
που μας χτυπά απαλότατα
με αμυγδαλιάς ανθόκλωνο
την καρδιά…
...................
Λυπημένη
τη ματιά μας ρουφά
το ανοιξιάτικο απόγευμα
και χλωμαίνει.
Ξαφνικά, κάποιο σκίρτημα
στη γαλήνη
και σα λυγμός παράφορος.
Ένα πιάνο ξεσπά
το δικό μας ενάντιωμα
με κλειστό στόμα.
Τι θέλει πάλιν η Άνοιξη…
Τι να μας φέρει ακόμα…
Μ.ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ
Πέμπτη 30 Απριλίου 2009
Μ’ έκλεισε μέσα η βροχή
και μένω τώρα να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Όμως πού ξέρω αν αυτό είναι βροχή
ή δάκρυα από τον μέσα ουρανό μιας μνήμης;
Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα.
Στέγνη στέκομαι ανάμεσα
στα δύο ενδεχόμενα: βροχή ή δάκρυα,
κι ανάμεσα σε τόσα διφορούμενα:
βροχή ή δάκρυα,
έρωτας ή τρόπος να μεγαλώνουμε,
εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.
Το κάθε τελευταίο,
τελευταίο τ’ ονομάζω χωρίς επιφύλαξη.
Και μεγάλωσα πολύ
για να είναι αυτό αφορμή δακρύων.
Δάκρυα ή βροχή, πού να ξέρω;
Και μένω να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Και μεγάλωσα πολύ
για να περιμένω άλλο μέτρο όταν βρέχει
κι όταν δε βρέχει άλλο.
Σταγόνες για όλα.
Σταγόνες βροχής ή δάκρυα.
Από τα μάτια κάποιας μνήμης ή τα δικά μου.
Εγώ ή η μνήμη, πού να ξέρω;
Μεγάλωσα πολύ για να χωρίζω τους χρόνους.
Βροχή ή δάκρυα.
Εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.
Κ.ΔΗΜΟΥΛΑ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







